search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Άλμπουμ πλούσιο, μελωδικό, γεμάτο αλάθητες μπασογραμμές, που πιστοποιεί ότι ο Γιώργος Μαντάς και οι συνεργάτες του βλέπουν τους τζαμαϊκανούς ήχους ως κάτι το ζωντανό –και τους μεταχειρίζονται αναλόγως...

Label | Undisputed Records
Κυκλοφορία | 4/2019
Βαθμολογία | 7

Μιλώντας πρόσφατα στις σελίδες μας, ο Γιώργος Μαντάς (Blend Mishkin) αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του Δημήτρη Λιλή ότι η dub κουλτούρα δεν είναι δημοφιλής στα μέρη μας· «απεναντίας πιστεύω ότι είναι ιδιαίτερα δημοφιλής τα τελευταία χρόνια», ήταν η απάντηση (ολόκληρη η συνέντευξη, εδώ).

Πρόκειται πάντως για υπαρκτή αντίφαση, γιατί είναι αλήθεια πως, στα χρόνια τουλάχιστον στα οποία δηλώνω επαγγελματίας μουσικογραφιάς, ούτε εγώ έχω καταλάβει πόσο κοινό απασχολούν τελικά στα καθ'ημάς οι ήχοι της Τζαμάικα. Είναι παρά ταύτα τόσο ευρέως γνωστή ως «νησί της reggae», ώστε να αποκαλείται έτσι ακόμα και σε επιτυχία του ...Δάκη από τη δεκαετία του 1990. Το ζήτημα, τέλος πάντων, δεν είναι πρωτεύουσας σημασίας· αξίζει όμως να τονιστεί, ακριβώς γιατί ο Blend Mishkin έχει –ήδη πριν τη συγκρότηση των Roots Evolution, το 2015– ξεπροβάλλει ως επίκαιρη δύναμη διεθνών προδιαγραφών στη μεγάλη οικογένεια που δένει τη reggae με το dub, το ska και το dancehall. Κάτι που δείχνει να σφραγίζει τώρα με το Wildfire.



Εδώ βέβαια μπαίνει και πάλι ένα ζήτημα οπτικής γωνίας, γιατί το πώς θα αποτιμήσεις το Wildfire εξαρτάται αρκετά από το πού έρχεσαι και τι σχέση είχες ως τώρα με τη Blend Mishkin παρουσία του Γιώργου Μαντά στα πράγματα, η οποία υπερβαίνει πλέον τη δεκαετία, φτάνοντας (τουλάχιστον ως) τα μέσα των '00s, στον καιρό της Cast-A-Blast. Το λέω γιατί σε μια συζήτηση σχετική με τον δίσκο άκουσα την άποψη ότι απευθύνεται στα πλατιά ακροατήρια, η οποία εμπεριείχε και μια υπόνοια «απογοήτευσης» για την περιθωριοποίηση των rap/ragga φωνητικών, τα οποία παλιότερα είχαν πιο κεντρική παρουσία. Πρόκειται για υπαρκτή διαφορά και αληθεύει ότι το Wildfire κάθεται πιο εύκολα στο αυτί σε σύγκριση με δουλειές του παρελθόντος σαν π.χ. το Survival Of The Fittest (2015).

Αυτό το «πιο εύκολα», ωστόσο, που αλλού το είδα να εκφράζεται με το αγαπητό μα ολότελα λαθεμένα τσιτάτο των σύγχρονων μουσικογραφιάδων «γίνεται πιο ποπ» (η reggae είναι εδώ και δεκαετίες τμήμα της Δυτικής ποπ κουλτούρας, η οποία, επιτέλους πια, δεν είναι συνώνυμη της στενής αντίληψης που είχε ανέκαθεν για τη μουσική ο εναλλακτικός Τύπος της Βρετανίας και των Η.Π.Α.), δεν έρχεται ως αποτέλεσμα μιας πιο επιφανειακής ή έστω «ανάλαφρης» αντιμετώπισης. Ίσα-ίσα. Εδώ έχει πέσει πολλή δουλειά στις συνθέσεις και στις ενορχηστρώσεις και τόσο η πιο ομαδική προσπάθεια (σε σύγκριση με την παλιότερη πρωτοκαθεδρία του Blend Mishkin), όσο και η λάμψη του αναλογικού εξοπλισμού, συμβάλλουν σε ένα άλμπουμ πλούσιο, μελωδικό και γεμάτο αλάθητες μπασογραμμές, έτοιμες να σε θέσουν ανά πάσα στιγμή σε κίνηση με τον καλπασμό τους.

Καθοριστική αποδεικνύεται όμως και η συνεισφορά των καλεσμένων ερμηνευτών, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονται μάλιστα και ονόματα με ιστορία για το ιδίωμα, όπως ο Carlton Livingston ("Get Off We Spot") ή ο Teacha Dee, Τζαμαϊκανός καλλιτέχνης που αποτελεί «στανταράκι» επιλογή στα reggae clubs της Γηραιάς Ηπείρου ("Stop Run Maths"). Παρών είναι επίσης ο Skara Mucci –αδιαφιλονίκητος βασιλιάς στο ευρωπαϊκό μέτωπο του dancehall των ημερών μας– ο Gappy Ranks, ο οποίος κομίζει τις βρετανικές ζυμώσεις περί reggae ("Greedy"), αλλά και ο Νεοϋορκέζος Jay "Double Tiger" Spaker, που θεωρείται ανατέλλων αστέρας ("Meditation). Αξίζει ασφαλώς να αναφερθεί ότι εδώ βρίσκεται και ο «δικός μας» (πλέον) BnC The Disco Vampire, ο οποίος γεφυρώνει άψογα την απόσταση μεταξύ Ελλάδας και Δομινικανής Δημοκρατίας στο κεφάτο "Doctor Please", αλλά και μια έκπληξη από το Βέλγιο: ο Collieman, ο οποίος πρωτοστατεί στο "Love And Respect", μία από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου.

Το Wildfire δεν προτείνει βέβαια κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει, με αποτέλεσμα να υπάρχει ένα ταβάνι μέχρι το οποίο φτάνουν οι χάρες του. Είναι πάντως ένα αρκετά ψηλό ταβάνι, που επιτρέπει να διαπιστώσουμε ότι ο Μαντάς και οι συνεργάτες του δεν έχουν καμία σχέση με vintage λατρείες και ανούσιες απόπειρες αναπαλαίωσης. Βλέπουν αντιθέτως τους τζαμαϊκανούς ήχους ως κάτι το ζωντανό –και τους μεταχειρίζονται αναλόγως. Φτάνοντας έτσι σε έναν δίσκο που δεν είναι μόνο καλοδουλεμένος, αλλά και απολαυστικός.

 

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣΤΕΡΑ ΑΛΜΠΟΥΜ

HOT ΣΗΜΕΡΑ!

Release Athens 2019 μέρα 3: Manowar + Rhapsody Of Fire, Imperia, Battleroar

Το άκαμπτο μέταλλο της φωνής του Eric Adams και η αρχηγική στόφα του Joey DeMaio έκαναν τους…

Rolling Thunder Revue: A Bob Dylan Story

To νέο ντοκιμαντέρ του Μάρτιν Σκορσέζε για την περιοδεία που έκανε ο Bob Dylan τη σαιζόν 1975/1976…

Pink Floyd - Wish You Were Here [1975]

Αντί να μπουν στο στούντιο για το «επόμενο μεγάλο αριστούργημα» μετά το The Dark Side Οf Τhe Moon,…

Δείτε το πρώτο trailer της κινηματογραφημένης συναυλίας των Cure στο Λονδίνο

Μια γεύση από το τι περιμένει και μας τον Ιούλιο, στο Ejekt Festival; 

Η βρετανική μουσική στα 2010s: 10 δίσκοι που ξεχώρισαν

Η στήλη επιλέγει τον καλύτερο βρετανικό δίσκο για κάθε χρονιά της τρέχουσας δεκαετίας, από το 2010…

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Αφιέρωμα Iggy Pop, μέρος 1: From Jimmy to Iggy, 1947-1970

Είναι ο πρώτος που έκανε stage diving σε μια συναυλία στο Ντιτρόιτ, ο πρώτος που αποφάσισε πως έχει…

Αφιέρωμα Iggy Pop, μέρος 4: τα 1990s και η νέα χιλιετία

Η "Candy", η επανασύνδεση των Stooges, τα γαλλικά ρομάντσα...

Αφιέρωμα Iggy Pop, μέρος 5: Στα άκρα του Iggy

Όταν φτάνει η Μερσεντές που τον φέρνει και κάνω το λάθος να του ανοίξω την πόρτα κρατώντας στο άλλο…

Αφιέρωμα Iggy Pop, μέρος 3: Η δεκαετία του 1980 –περισσότερο ...Pop, παρά Iggy;

Στην προσπάθεια του να γίνει εμπορικός, έκανε ίσως τους πιο αντι-εμπορικούς δίσκους της καριέρας…

Αφιέρωμα Iggy Pop, μέρος 2: τα 1970s

Το ροκ των Stooges είναι μια άμορφη μάζα από ακατέργαστο θόρυβο: γυμνό από στολίδια, αλλά…